χολόω

χολόω
χολοω pass.,
1 be angry οἰκιστὴρ χολωθείς (sc. ἔκτανε Λικύμνιον) O. 7.30

τὸν γὰρ Ἴδας ἀμφὶ βουσίν πως χολωθεὶς ἔτρωσεν N. 10.60

c. gen., ὅπλων χολωθεὶς ὁ καρτερὸς Αἴας (i. e. over the armour of Achilles) N. 7.25 frag. ]

δα κεχολωμένος Pae. 6.172


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χολόω — χολάω to be full of black bile pres imperat mp 2nd sg (epic) χολάω to be full of black bile pres subj act 1st sg (epic) χολάω to be full of black bile pres ind act 1st sg (epic) χολάω to be full of black bile imperf ind mp 2nd sg (epic) χολόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεχόλωκα — χολόω anger perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολωσέμεν — χολόω anger fut inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολωσέμεναι — χολόω anger fut inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολώσαντες — χολόω anger aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολώσειν — χολόω anger fut inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόλωσεν — χολόω anger aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχολώσατε — χολόω anger aor ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχόλωσας — χολόω anger aor ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχόλωσε — χολόω anger aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχόλωσεν — χολόω anger aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”